Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Από φεις μπουκ

A Farewell, by Lord Alfred Tennyson

24 02 2010

ο αποχαιρετισμός

Κυλάς, κρύο ρυάκι, για τη θάλασσα,
Το τιμητικό σου χαίρε λέει:
Δε θα ‘ναι πια τα βήματά μου πλάι σου
Για πάντα και για πάντα

Κυλάς, αργοκυλάς, μες στα λιβάδια
Ρυάκι κι ύστερα ποτάμι
Πουθενά πια δε θα πηγαίνουμε μαζί
Για πάντα και για πάντα

Μα εδώ θ’ αναστενάζει η σημύδα σου
Κι εδώ η λεύκα σου θα τρέμει
Κι εδώ κοντά σου θα βουίζει η μέλισσα
Για πάντα και για πάντα

Χίλιοι ήλιοι θα χύνονται επάνω σου
Χίλια φεγγάρια θα ριγούν
Μα δε θα ‘ναι τα βήματά μου πλάι σου
Για πάντα και για πάντα

Lord Alfred Tennyson

Από φεις μπουκ

Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ από Μανώλη Κατσούλη
Εσύ πρώτα μου έδωσες
τα μάτια , τα χέρια, την καρδιά,
μετά μου κλείδωσες το νου
στον χώρο και στον χρόνο Σου

Εσύ πρώτα με έστειλες
πάνω στο χώμα να βαδίσω,
και σιγά σιγά έκλεισες χωρίς οίκτο
τα ολόφωτα μονοπάτια Σου.

Ξέμεινα από δάκρυα,
ο πόνος μου ξεθώριασε,
η ηχώ της φωνής μου
δεν αποκρίνεται πλέον
στους απέραντους ορίζοντες Σου.

Στάλα στάλα,
σαν τις σταγόνες
που αναπηδούν από τα φύλλα,
με το ρυθμό του λεπτοδείκτη,
το αίμα μου χύνεται
και η ζωή φεύγει
αφήνοντας πίσω της ελπίδες
και μαζεύοντας όνειρα.

Τι έγινε η λάμψη της νιότης;
Περιμένω τώρα την θαλπωρή Σου.
Τι έγινε το σφρίγος του κορμιού μου;
Περιμένω τώρα τη θέρμη της πνοή Σου.
Τι έγινε η προσδοκία της μεγαλοψυχίας;
Περιμένω τώρα την αιώνια προστασία Σου.

Μέσα στα σκοτάδια της νύχτας μου
λάμπεις σαν άστρο μόνο στον ουρανό.
Προσδοκώ τώρα τη δικαιοσύνη Σου.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 2010

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Από φεις μπουκ

Ο ΝΙΚΗΤΗΣ από Μανώλη Κατσούλη
Τι κι αν
έχασα τον πόλεμο;

Τι κι αν
απ’ την φυλή μου
χάθηκαν πολλοί;

Είχα νικήσει
απ’ την αρχή
όταν έριξα
τις πρώτες σφαίρες.


Το ποίημα αυτό μεταφράστηκε και δημοσιεύτηκε
στα Γαλλικά από το Γαλλικό Ινστιτούτο το 1971
από το βιβλίο ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ του ΜΑΝΩΛΗ ΚΑΤΣΟΥΛΗ
Γράφτηκε πριν από 2 ώρες · ·

Από φεις μπουκ

Eulie Kougia: 22 Φεβρουαρίου στις 12:57 π.μ. Reply
...........................
Και πάλι φυσά τροχασμό
Ύστερα ήπιο καλπασμό
Σε λίγο εντονότερο και
Αργά ή γρήγορα θυελλώδη
...............................

http://wordquietness.blogspot.com/2009/12/blog-post.html
___________________
Γιούλη Κουγιά "άνεμος"
από τη συλλογή "άκου, οι λέξεις σωπαίνουν"

Sunday

άνεμος

Διάφανος καλπάζει
Φορτωμένος τα αόρατα
Διανύει τις ώρες της γης
Μετακινεί τις προθέσεις

Κάποτε ησυχάζει γύρω μας
Άραγε, από το φορτίο βαρύς, ή
Ελαφρύς που παραδόθηκε
δεν έχει πια ν’ αντιστέκεται

Και πάλι φυσά τροχασμό
Ύστερα ήπιο καλπασμό
Σε λίγο εντονότερο και
Αργά ή γρήγορα θυελλώδη

Ο ταχυδρόμος της φύσης
Αγγελιοφόρος των πλασμάτων
που ριζώνουν βαθιά στην πατρίδα
Και μόνο η ανάσα τους φεύγει

κρεμασμένη στη χαίτη του
Την παίρνει μακριά, με άλλον τόπο
να αγαπηθεί και να γεννήσει
τη μορφή που εδώ έχει εκπνεύσει

Τον κατοικούν τα πουλιά
Συχνά ταξιδεύουν στη ράχη του
Μα γρηγορούν να ξεπεζέψουν
αν τυχόν βγει απ’ το δρόμο τους

ΘΑΛΑΣΣΑ

Konstantinos Giannopoulos: 20 Φεβρουαρίου στις 1:31 π.μ. Reply
Θάλασσα


Δεν ξέρω, πού είσαι θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
- να ξεπηδήσω απ’ τα νωθρά νερά του ποταμού,
να φύγω, από το μόλο αυτό, που με κρατούν οι κάβοι
και να βρεθώ σε χάλασμα θαλασσινού καιρού.

- Με το καράβι, εξώθησε και φτάσε απ’ τη μεριά μου,
και στα δαρμένα κύματα, θε να σ’ αναζητώ!
Κι όταν σε ντύσω θάλασσα μετά, με τα σκουτιά μου,
ως θα’σαι κι αξελόγιαστος, θα σ’ αρραβωνιστώ.

- Αν είναι αλήθεια, θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
φτερά να βάλω πάνω του, κοντά σου να βρεθώ!
Μα ξέρεις… κάπου, κάποτε, στου ποταμού τη χάρη,
κάποια καλόμορφη γοργό μ’ έσυρε στο βυθό.

- Θα νοσταλγώ στα κύματα, εγώ, το ακροθαλάσσι,
κι όταν θα ’ρθείς την άμπωτη, κρώξε φωνή του γλάρου.
- Στις Ατλαντίδες μήνυσα, έχει ο καιρός χαλάσει,
και με γραφίδα σου ιστορώ: Είναι θαμπό του φάρου.

- Στέκουν δυο κόσμοι ανάμεσα, κοχύλια και κοράλλια.
Θα περιμένω πάντοτε, παιδί, του ποταμού.
- Καταμεσής σου, θάλασσα, κοιτώντας με τα κιάλια,
θα λογαριάζω εσένανε στ’ αστέρια τ’ ουρανού.

- Το γλυκερό μου, πάνωθε στα χείλη σου και πάλι!
Αρχέγονη γεύση γλυκιά, κι αν θέλεις τη παντρεύω.
- Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού μοιάζεις θάλασσα, ζάλη,
άγνωρος τόπος μακρινός που μέσα ταξιδεύω.

Γιώργος Μανέτας

Από φεις μπουκ

Sunday, February 17, 2008

Με τον τρόπο του δημοτικού *


Οσμίζομαι τη θάλασσα
και ανασαίνω τύχη
μικρά κοχύλια στο γυαλό
μου τραγουδάνε λήθη
γοργόνες καλοτάξιδες
με παίρνουν απ' το χέρι
κι εγώ ξεχνάω την πληγή
ξεχνώ και το μαχαίρι.

Αφανίζεται ο θάνατος
τα μακρινά ζυγώνουν
αγάπη είν' η πραμάτεια της:
αυτά που μας ενώνουν.

Να αναπνέεις πεθυμιά
και να κοιμάσαι ήλιο
λαμπρή σταγόνα ως ποταμός
να λούζει τα όνειρά σου
πάντα σε αρχή μονοπατιού
φρέσκα τα βήματά σου.
Κι αν το φεγγάρι δεν φανεί
στα πράσινα κρυμμένο
φίλα ένα-ένα τα κλαδιά
εγώ θα περιμένω.

Δεν θέλω άλλα ποιήματα
ματάκια μου
πολύ νοστάλγησα
τα μελωμένα
εκείνα που δεν λιώνουνε
το νου μου, αλλά εμένα
κι ας έρχεται κάθε πρωί
ο ήλιος να χαζέψει
σαν ηδονοβλεψίας
τα κομματάκια μου.

Φωτιά να πάρει το μυαλό
και κάρβουνο οι λέξεις
να σε ποτίζω ουρανό
και να μη λες να φέξεις.

Από φεις μπουκ

Konstantinos Giannopoulos: 21 Φεβρουαρίου στις 4:11 π.μ. Reply

Η τρυφερότητα είναι αρρώστια
(Μαρκ Ολμοντ)

Εζησε πάντα μόνη.
Κλειδωμένη στον εαυτό της.
Για να κάνει την απελπισία της φανερή
σωριαζότανε κι έκλαιγε για μένα.
Την πέταξα οπως αδειάζει
τη στάχτη απ' το τασάκι.
Την άφησα να υποκρίνεται μονάχη
την άφησα να προσεύχεται μόνη.

Και τώρα αναρωτιέσαι γιατί
άφησα την φλόγα να σβήσει.
Θα κρατήσω το μυστήριό μου ανεξιχνίαστο
μυστικά μου θα μείνουν,τι είναι
πραγματικότητα και φαντασίωση.

Η τρυφερότητα είναι αρρώστια
κουρελιάζει τις άμυνές σου
γίνεσαι ο εύκολος στόχος.
Η τρυφερότητα ειναι αρρώστια
σε κάνει τόσο ευάλωτο.

Έζησε πάντα μόνος
λέγοντάς μου πως έτσι το θέλησε
ένα θύμα των περιστάσεων
αυτός που χάνει τις ευκαιρίες , είναι χαμένος.
Η αλήθεια , η αγάπη, τα ψέμματα,
όλα έγιναν ίδια γι' αυτόν.
Όμως ποτέ δεν ενέδωσε, στην εσχάτη αμαρτία.

Και τώρα ρωτάς γιατί, άναψα την φλόγα στα μάτια μου
Θα κρατήσω το μυστήριό μου ανεξιχνίαστο.
Θα μείνουν μυστικά μου
τι είναι πραγματικότητα και φαντασίωση.

Η τρυφερότητα είναι αρρώστια ,
κουρελιάζει τις άμυνές σου είσαι ο εύκολος
στόχος
και υποθέτω
οτι σε κάνει τόσο ευάλωτο
όταν αρρωσταίνουν απ ' αυτό το συναίσθημα
που όλοι ονομάζουν έρωτα.

Έκλαψα για σένα
Είπα ψέμματα για σένα
πέθανα χίλιες φορές για σένα διέπραξα
ατελείωτα εγκλήματα για σένα
παρέδωσα την ψυχή μου στον Διάβολο έκανα
οτι θάκανε αυτός.

Τώρα πιά θα κλειδώσω την καρδιά μου
και θα πετάξω μακριά τα κλειδιά
ο Ερωτας δεν είναι η μοίρα μου
ο Ερωτας δεν έχει θέση στο πεπρωμένο μου.

Από φεις μπουκ

Kiriaki Politou: 21 Φεβρουαρίου στις 7:41 π.μ. Reply

Στην άκρη της σαΐτας
που ύφαινες το όνειρο,
κρέμασα την ευτυχία.

Το στημόνι γερό,
το υφάδι πολύχρωμο,
και η σαΐτα ακούραστη,
στον αργαλειό πηγαινοέφερνε
τους πόθους μου,
πλέκοντας προσδοκίες,
κεντώντας παραδείσους.

Στην άκρη της σαΐτας σου,
το όνειρο έσμιξε με την αλήθεια.
Η φαντασία την πραγματικότητα
συντρόφεψε καλόπιστα
και η λογική στο αίσθημα
έκαμε παρέα.

Το χρώμα με τον ήχο
αρμονικά αδελφώθηκαν
και σύνθεσαν τον έρωτα.

Στην άκρη της σαΐτας σου
το μυστικό μας φόρτωσα,
αέναα να πηγαινοέρχεται
κεντώντας την αγάπη.

Από φεις μπουκ

Elli Konstantinou: 21 Φεβρουαρίου στις 8:08 μ.μ. Reply

Το μικρό τελευταίο σου κουμπάκι
ξεκούμπωτο σημάδι μοναξιάς,
ολόκληρη φροντίδας ιστορία
σε πρωινά φιλιά αποχωρισμού
στην πόρτα μας.

Το δεύτερο ορφανό σου μαξιλάρι
σε σχήματα αστεία προσμονής μου,
γλυπτό μορφής υπό κατασκευή
σε νύχτες προσχέδιων ονείρων
στο κρεββάτι μας.

Τα χέρια σου αιώνιο γαιτανάκι
ατέλειωτο ταξίδι χωρίς στάσεις,
στο βάθος του ορίζοντα εγώ προορισμός
σε αγκαλιές σωμάτων γεωγραφία
στο κεφαλόσκαλο μας.

Ζωή και αντικείμενα.
Ημικύκλια και πανσέληνοι.
Μισοτελειωμένα παζλ και παιδικές ζωγραφιές.
Το όλο και το τίποτα.
Και κάπου ανάμεσα, σχεδόν εμείς.

Σίγουρα!

ΑΝΑΜΝΗΣΗ από Μανώλη Κατσούλη
Κάποτε\
θα αφήσουμε μακρυά \
αυτές τις χρωματιστές πέτρες\
τους κόκκινους ορίζοντες\
και τις αγριεμένες θάλασσες\
αλλά εκεί που θα πάμε\
ας έχουμε κερδίσει\
την ανάμνηση\
μιας υπέροχης διαδρομής.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Καλοκαίρι 1999

Από φεις μπουκ

Τσιγγάνα ευτυχία!
Σιγή μοναξιάς, ηρεμία εγκατάλειψης!
Άφωνα όλα.
Τα φώτα σβηστά,
η αυλαία πεσμένη!
Το παραμύθι έλαβε τέλος
κι η νεράιδα
στου μύθου το άτι σκαρφαλωμένη,
πιάνεται γερά
απ' τη χαίτη της φαντασίας
ενώ με τα σπιρούνια του πόθου
κεντρίζει
τα πλευρά του ονείρου.
Το όνειρο
θ' ανθίσει σ᾽ άλλη γειτονιά!
Κάποια άλλα παιδιά
περιμένουν.
Στην άκρη της γαλαρίας το φως
τρεμοσβήνει!
Στο άπειρο η λησμονιά
καραδοκεί.
Πλάι μου η ανάμνηση μοσχοβολά ακόμα.
Κοιτάζω γύρω μου
και σιωπαίνω!
Κοιτάζω μέσα μου
και γίνομαι φλύαρος!
Τα ίχνη σου αξεθώριαστα
στης καρδιάς και του νου
τα μονοπάτια.
Σαν όνειρο πέρασες,
σαν παράσταση τέλειωσες!
Κι ο Παλιάτσος ο Χρόνος βιάστηκε,
μ' ένα κουρέλι
απ' της ζωής το φόντο να σε σβήσει,
γράφοντας
τη λέξη ΤΕΛΟΣ
με γράμματα μεγάλα,
λες και θα περνούσε απαρατήρητο.
Στην άκρη της αυλαίας το παραμύθι
αργοπεθαίνει!
Και καθώς τα σύνεργά της η Χαρά η θεατρίνα μαζεύει,
την ύπαρξη μου,
κουρέλι άψυχο βλέπω στη σάλα,
κατάλοιπο θλιβερό της Ευτυχίας
που κατασκήνωσε
πρόχειρα!



41a3688b.jpg:
http://s435.photobucket.com/albums/qq76/giagkos_photos/Oil%20painting/?action=view&current=41a3688b.jpg

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Από φεις μπουκ

Τάκης Τσαντήλας, αθέατο πάθος

Konstantinos Giannopoulos: 17 Φεβρουαρίου στις 5:50 μ.μ. Reply
αθέατο πάθος

Τόσο μονάχα
Όσο μια ανάσα εκπνέει
κι αλώνει το σώμα

Όσο οι ιλαρές ηλιαχτίδες
αναδίδουν το φως
εκεί που αγρικά το απρόσμενο
για να σπείρει ευωδιές
στο αθέατο πάθος
που πλανάται στο άπειρο

Όσο το θρόισμα του ανέμου
διαχέεται άφθαρτο
στο γυμνό σου κορμί
για να στάξει ο ουρανός
το αμόλευτο δάκρυ του

Όσο έν' ασφοδίλι ανθίζει
στις φλέβες μας


Τάκης Τσαντήλας

μήνυμα
Το ξέρω πως η επιλογή ενός ποιήματος μπορεί να είναι αδικία για τα άλλα...
Θα έρθει όμως η μέρα που όλα τα ποιήματα του κόσμου θα βρουν τον προορισμός τους!
Κ.Γ.

Από φεις μπουκ

A Poet To His Beloved, by William Butler Yeats

17 02 2010

Σου φέρνω με χέρια ευλαβικά
Τα βιβλία των αναρίθμητων ονείρων μου
Χλωμή γυναίκα που το πάθος σε ντύνει
Όπως η παλίρροια ντύνει τις ωχρές αμμούδες
Και με καρδιά αρχαιότερη απ’ το κέρας
Που ξεχειλίζει απ’ τη θαμπή φλόγα του καιρού:
Χλωμή γυναίκα με τ’ αναρίθμητα όνειρα
Σου φέρνω τα παθιασμένα μου λόγια

William Butler Yeats

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Από φεις μπουκ

Η Titika Titikos Kapsopoulou

Ω ΓΥΝΑΙΚΑ
Σαν κομματάκια στα μπράτσα μου μέσα
να χαϊδεύω μπορώ ώρα πολύ την ψυχή σου
Δε μ'εχεις αφήσει λοιπόν να σε κρατώ
ω γυναίκα δική μου
Τόσο ανάλαφρη στα κλειδωμένα μου μπράτσα
κοιμάσαι με ανάλαφρη ανάσα
Δε μ'έχεις αφήσει για ένα όνειρο
που ούτε το σκέφτηκες
Τόσο ανάλαφρη που έτρεμα
μήπως μια ανάσα σε πάρει

Πριν από 49 λεπτά · · · Κοινοποίηση

Από φεις μπουκ

Η Titika Titikos Kapsopoulou [....]


πέταξαν όλα τα πουλιά μέσα από τα κλαριά μου
οι άδειες φωλιές ξεραίνονται καθώς το δάκρυ
άκρη άκρη εκεί στο μάγουλο
έφυγε κι ο ζωγράφος τούτου εδώ του πίνακα που κατοικώ
έτσι καθώς η αράχνη
έτσι καθώς μια μεταμέλεια

Τι ζωγραφίζει τι να ζωγραφίζει Ίσως τη νεότητα
Και τις ευτυχισμένες χώρες τους ανθρώπους που
Φοβά...μαι τόσο οι μέρες τους στις μέρες μου μη μοιάσουνε μια μέρα
Τι ζωγραφίζει εκείνος που στα πράγματα τα χρώματά τους τα καινούργια δίνει
Ίσως εσάς παιδιά ωραία παιδιά καθώς κι εμείς ση δυστυχία ταγμένα
Που αφήνετε μέσα από τα δάχτυλά σας να κυλά ο καιρός ης ηδονής
Πεισματικά πιστά στο ρόλο των προσώπων σας τον άψογο

Πώς χάνονται όλα μέσα μου όλα σβήνουν
Εκτός απ’ τη σκληρή ηδονή μετά πολύ
Που έχει φύγει... ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
Περισσότερα

Πριν από 45 λεπτά · · · Κοινοποίηση

Από φεις μπουκ

Η Titika Titikos Kapsopoulou

Αν φύγεις
εκεί που η θάλασσα
σμίγει
με μουσικές
και με φώτα
να θυμάσαι
κάνει κρύο
σ' αυτόν τον παράξενο
κόσμο
Δεν έχω τίποτε άλλο,
μόνο δάκρυα
που παίζουν
με το μουσκεμένο
φως του δρόμου.

*Νίκος~Αλέξης Ασλάνογλου*

Πριν από 38 λεπτά · · · Κοινοποίηση

Από φεις μπουκ

Η Titika Titikos Kapsopoulou

ΚΑΜΙΑ ΑΦΙΣΑ Ή ΤΟΙΧΟΣ

Καμιά αφίσα ή τοίχος δε θα μαρτυρεί

το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα

Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη

ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα

Καμιά σκαπάνη μουσικού δε θα σε βρει

τόσο βαθιά στο αίμα.

"Ο δύσκολος θάνατος"
Εκδ. Νεφέλη 1985

Πριν από 34 λεπτά · · · Κοινοποίηση

Από φεις μπουκ

Takis Tsantilas A: 17 Φεβρουαρίου στις 6:55 π.μ. Reply
ο χρόνος
η αιώνια λέξη που με κυνηγά,
δεν έχω μια στιγμή
ένα στίχο στα μαλλιά
να σου καρφιτσώσω

η μοναξιά
λυτρωτική, δική μου
δίχως υποκρισίες
ούτε σε δήθεν λόγους να ενδίδω

οι αλήθειες,
τα «θέλω» μας
πνιγμένα στα όρια
μιας συμβατικής πραγματικότητας

για μεταμέλειες
είναι αργά
τώρα που με κυνηγούν
ανελέητα

λίγη σιωπή
μόνο μου ανήκει
και οι χίμαιρες πως μπορώ
τα ανέλπιστα να ελπίζω

επιδιώξεις φτηνές
λάμψεις που σβήνουν
όταν πέφτει το σκοτάδι
κατατρώγουν τις ζωές μας

επιστροφή
δεν υπάρχει
ίσως μόνο μια στροφή
μια στροφή προς τα μέσα


"Άτιτλο" - Της Χρύσας Μαστροδήμου

Από φεις μπουκ

Η Titika Titikos Kapsopoulou

Μια νύχτα

Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,
κρυμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.
Απ' το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,
το ακάθαρτο και το στενό. Από κάτω
ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών
που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.
Κ' εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι
είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη
τα ηδονικά και ρό...δινα της μέθης -
τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώρα
που γράφω, έπειτ' από τόσα χρόνια!,
μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Περισσότερα

Σήμερα στις 1:59 π.μ. · · · Κοινοποίηση

Από φεις μπουκ

Η Titika Titikos Kapsopoulou Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου

Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ'αυτούς φιλεναδίτσα τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι .
Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
ανοικτό του αίλουρου , της ανηφόρας
απ'τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα .
Μην ξεχάσης φτύσ' τους .

΄Ας περιμένουν να σε σβήσω με ...νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι .
Περισσότερα

2 ώρες πριν · · · Κοινοποίηση

Από φεις μπουκ

Η Σοφία Αμπερίδου 'Έναστρη Νύχτα"- Βαν Γκογκ

Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.
Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φο...βοῦνται τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.
Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.
Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.
Τάσος Λειβαδίτης
Περισσότερα

5 ώρες πριν · · · Κοινοποίηση

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Από φεις μπουκ

Δημήτριος Μητρόπουλος: 15 Φεβρουαρίου στις 9:51 π.μ. Reply

ΑΙΩΝΙΟΙ ΕΧΘΡΟΙ
Ο σκύλος λέει της γάτας
«Τα νύχια σου ετοιμάζεις,
φυσάς και καμπουριάζεις.
Μα τι έχεις και θυμώνεις;
Ως πότε οι τσακωμοί;»
Κι εκείνη: «Μη ζυγώνεις,
σε σκίζω στη στιγμή!»

«Για στάσου», λέει ο σκύλος,
«δε θέλεις να είμαι φίλος;
Μιλώ στα σοβαρά»
κι εκούναε την ουρά.
«Τρωγόμαστε βδομάδες,
παίρνεις και δίνεις ξύλο.
Ας πάψουν οι καυγάδες
και δέξου με για φίλο.
Δε σκέφτηκες κομμάτι
πως απ’ την γκρίνια αυτή
θα μείνω μ’ ένα μάτι,
θα μείνεις μ’ ένα αυτί;»

Η γάτα με ησυχία
το πόδι κατεβάζει,
του σκύλου η ομιλία
σε συλλογή τη βάζει.
Λόγο τιμής εδώσαν•
ήταν εχθροί φιλιώσαν.
Ξεχάσαν τι είχε γίνει.
Συντρόφεψαν. Ειρήνη.

«Βλέπω καλά; Έχει χάζι!»
τ’ αφεντικό φωνάζει.
«Ποιοι να ’ν’ οι δυο εκεί κάτω
που τρων στο ίδιο πιάτο;»

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Από φεις μπουκ

Eulie Kougia: 15 Φεβρουαρίου στις 9:54 μ.μ. Reply
Να ‘το πάλι
Είναι κι εδώ
Κάτι που μου έχεις χαρίσει
Να ‘μαι πάλι εμπρός
Σε ό,τι δόθηκε να σε θυμίζει
Σε ανακαλώ μετά φόβου
Τίποτα δεν έχω λησμονήσει
Παρά μόνο το δώρο της λήθης
Αίφνης
Το έδαφος μ’ αφήνει
Πού είναι ο γνώριμος πόνος
Η βαρύτητα δεν υφίσταται
Πάει ο έρωτας
Μ’ ελευθέρωσε
Στην αγάπη ......................................

http://aeglie.blogspot.com/2007/11/blog-post_12.html
________________________
Γιούλη Κουγιά, "εσένα αγαπώ"

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

Από φεις μπουκ

Η Στέλλα Μπάκνη ........................
Έξω θα βρεις ένα μικρό χαρταετό

που ένα βήμα κι απ' τους δυο μας περιμένει,

εμείς που τρέχαμε σε άγρια διαδρομή

μείναμε απότομα εδώ σταματημένοι.

Και δεν υπάρχει πιο κατάλληλη στιγμή

όλος ο πάγος που μας σκέπασε να λιώσει

αν πλησιάσεις και με πάρεις αγκαλιά

ένας μικρός χαρταετός θα μας σηκώσει..

www.youtube.com
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΟΛΟΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ VIDEOCLIP ΤΩΝ ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΧΑΛΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ.
πριν από μία ώρα περίπου · · · Κοινοποίηση

Από φεις μπουκ

Ο Panos Venizelos Δεν παίζονται τα ανθρωποειδή όσο κι αν προσπαθήσεις Τον βλάκα τον αχάριστο ποτέ δεν θα κερδίσεις. Και είναι όλα μάταια όσο κι αν ΄πολεμήσεις΄ Τον κύκλο μόνος σου ποτέ δεν θα τετραγωνίσεις. Το έγραψε ο Πλάτωνας και το είπε ο Διογένης Πως άνθρωποι δεν φτιάχνονται όσο κι αν επιμένεις...Από το "Ανάθεμα κατάντημα".

πριν από μία ώρα περίπου · ·

Από φεις μπουκ

Η Eleni Harlafti-Prospathopoulou H ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Η ΓΝΩΣΗ ΜΕ ΑΝΕΒΑΖΑΝ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ ΑΛΛΑ ΠΑΝΤΑ Ο ΟΙΚΤΟΣ ΜΕ ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΕ ΣΤΗ ΓΗ. ΚΡΑΥΓΕΣ ΠΟΝΟΥ ΑΝΤΙΛΑΛΟΥΣΑΝ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙΩΝ ΠΟΥ ΠΕΙΝΟΥΣΑΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΒΑΣΑΝΙΖΟΝΤΑΝ ΓΕΡΩΝ ΠΟΥ ΑΦΗΝΟΝΤΑΝ ΑΒΟΗΘΗΤΟΙ. ΛΑΧΤΑΡΩ ΝΑ ΕΛΑΦΡΥΝΩ ΤΟΝ ΠΟΝΟ, ΑΛΛΑ ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΓΩ ΥΠΟΦΕΡΩ. ΜΠΕΡΤΡΑΝΤ ΡΑΣΕΛ (Bertrand Russell )

Πριν από 41 λεπτά · ·

Από φεις μπουκ

Η Eleni Harlafti-Prospathopoulou Ο FORTUNA...
Ω, τύχη που σαν το φεγγάριαλλάζεις συνέχειαπου μεγαλώνει κι ύστερα μικραίνει.
Μισητή ζωή, πότε σκληρήκαι πότε γλυκειάπαίζεις όπως σου έρθει.
Φτώχεια Ισχύςλειώνουν σαν τον πάγο.
Μοίρα αδυσώπητη και κενήρόδα που γυρίζειμε κακές προθέσεις, μάταιη η ευτυχίαπου πάντα διαλύεται.

Είσαι στη σκιά φορώντας πέπλο και πλ...ακώνεις κι εμένα αφού στα παιχνίδια σου
είμαι απροστάτευτος και κάνω ό,τι διαλέξεις.


Η μοίρα είναι ενάντια στην αρετή και στην υγεία μου. Από σένα άγομαι και φέρομαι σα σκλάβος σου.

Αρχίστε τώρα λοιπόν μην αργείτε αγγίξτε τις χορδές αφού της Μοίρας
είμαστε μαριονέτες κλάψτε όλοι μαζί μου!

ΚΑΛΟ ΣΑΣ ΞΗΜΕΡΩΜΑ
ΣΑΣ ΑΓΑΠΩ ♪♫•*¨*•.¸¸❤¸¸.•*¨*•☆.。.•*✿
Περισσότερα

www.youtube.com
musica che preferisco immagini hobby............
Πριν από 16 λεπτά · · · Κοινοποίηση

Από φεις μπουκ

ο χαρταετός
Κοινοποίηση
Χθες στις 10:06 μ.μ.
πάρε χαρταετέ εκεί ψηλά
αγάπες κι όνειρα κρυφά
στα σύννεφα άγγιξε τα,
κι ύστερα κοίταξε καλά,
κι αν δεις πως είν απατηλά,
να μη διστάσεις, πέταξε τα.

όνειρα, όνειρα τρελά
μόνο συ μπορείς να ταξιδέψεις,
κι από του σπάγκου την ουρά
να τα λικνίσεις απαλά
και να τα ξεμπερδέψεις.

πάρε χαρταετέ εκεί ψηλά
αγάπες κι όνειρα τρελά
χόρεψτα στον αγέρα,
κι αν τύχει βγουν αληθινά
νανούρισε τα απαλά
και τράβα παρα πέρα.

Μαράκος
Γράφτηκε πριν από 3 ώρες · Αναφορά Σημείωσης

Από φεις μπουκ

ΗΛΙΟΣ Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (1-27) του Μανώλη Α. Κατσούλη
Στην παρούσα σημείωση δημοσιεύω 4 ΜΕΡΗ (1-27)

ΜΕΡΟΣ α (1-6)

1
Ήλιε μου που σε φόρεσα και λάμπεις στο λαιμό μου
ξενύχτη μου και πορφυρέ γύφτε, που με μαγεύεις
άναψε τους ορίζοντες, φώτισε το μυαλό μου
μύστη, προφήτη, αίνιγμα, πάψε να με παιδεύεις

2
Γεράκι μεγαλόπρεπο, καθώς με αρμενίζεις,
βουνά, ποτάμια, θάλασσες, σπίθες πετροβολάνε,
λιόγερμα, ρόδισμα αυγής, φεγγάρι που χρυσίζεις
φλογολιστές και πειρατές εξήγηση ζητάνε.

3
Παρακαλώ σε, αετέ, τα φώτα σου μη σβήνουν,
γιατί χαλούν τις μυγδαλιές που βλέπει η Αστέρη
και θα μου λείψουν ακριβέ θροΐσματα που αφήνουν
στη χλόη τις διπλοσκιές και ποιος θα μου τις φέρει;

4
Στοχάζομαι τη γέννηση, το θάνατο κι ελπίζω
μαζί με μύριες αστραπές, άνθη μες τους αιώνες
δικαιοσύνης όαση να βρω και σου χαρίζω
δόξες, Ακρόπολες, Δελφούς, Μυκήνες, Παρθενώνες.

5
Αρματοφόρε άρχοντα που κτίζεις και γκρεμίζεις,
που χρωματίζεις τα φτερά ουράνιε διαβάτη
μια σκιά σου ζήτησα, χίλιες μου ζωγραφίζεις
με ερυθρόδερμα πουλιά και ωχρή οφθαλμαπάτη.

6
Παρακαλώ σε δέσποτα μην μπεις στο παραθύρι,
που έχει το μονάκριβο χρυσό και ασημένιο
μην σκιάζεις το κατώφλι της, βοήθησε να γείρει,
παρθενικό, γλυκύτατο, πετράδι σμαραγδένιο.


ΜΕΡΟΣ β 7-12

7
Πάμε αχτιδοφλέβες μου, Σταγόνες του Γενάρη
στις πυραμίδες μυστικά θέλω να εξερευνήσω,
σκιά, ρολόι, δείκτη μου, φύσηξε μου τη χάρη
στα πιο γαλήνια νέφη σου σημαίες ν' ανεμίσω.

8
Σε γνώρισα σαν γεωργό, σαν τον γιατρό, μα είδα,
εκείνο το αριστούργημα διπλός διπλός σαν βγήκες,
τότε αηδόνι έγινα και έγινες αχτίδα,
σε μια ολόκληρη ζωή λίγες στιγμές αντρίκες.

9
Να μην θυμώσει ο αδερφός, οι γείτονες να πάψουν,
του νότου οι κυπαρισσιές μην γείρουν τα κλαδιά τους,
του άνεμου κακογλωσσιές τα σπάρτα να μην κάψουν,
σαν τον κισσό σ’ αγκάλιασα να σβήνω την φωτιά τους.

10
Μου χάρισες απλόχερα χαρούμενο αέρα,
λουλούδισες τη νιότη μου, μ’ έντυσες τα καλά μου,
το ελάφι μου ξεδίψασες μια νύχτα κι όχι μέρα
μεσονυχτιάτικε φίλε μου, δάσκαλε και ήρωα μου.

11
Και σ’ αγαπώ αντάρτη μου, κλαίω απ’ την χαρά μου
όταν στη θάλασσα γλυκός, βουλιάζεις και νυχτώνεις,
όταν πίσω απ’ τα σύννεφα χτενίζεσαι κρυφά μου,
και απ το τέλος την αρχή όταν ξαναφυτρώνεις.

12
Και σ’ αγαπώ. Ναι σ’ αγαπώ, τώρα που σκοτεινιάζει,
που ‘σαι στ’ άσπρα σεντόνια σου και πλέκεις τα όνειρα σου,
να σε μακριά στο Βόσπορο ποια μοίρα το προστάζει,
φυλακισμένος καρτερώ το κρυφό φίλημα σου.


ΜΕΡΟΣ γ 13-18

13
Μα πιότερο σ’ αγάπησα ένα πρωινό φευγάτο
που μια ευχή σου έκανα κι άστραψες ζωγραφιά μου
και νόημα μου έγνεψες, γέλιο καλοσυνάτο
ύστερα το επαλήθεψες και καψες την καρδιά μου

14
Σειρήνα χρυσοξάνθηνη που όλα τα γνωρίζεις
τον πόλεμο και τις πληγές μπορείς κι αν θες γιατρεύεις
βοήθησε το άστρο μας που μόνο εσύ φωτίζεις
με θρύλους σε χορτάσαμε, θυσίες μας γυρεύεις.

15
Αχ έρωτα με μια θεά φτωχού βοσκού και μένα
στα όνειρα τερπνότατη με έχουνε βυθίσει
τρέχω στις όχθες ποταμών και βρίσκω μαγεμένα
λαλήματα ερωτικά και ποιος θα μου τα σβήσει;

16
Πέρασες απ’ την άπω ανατολή της σμύρνας ιερέα
άρωμα λουλουδιών λοτού, μονάρχη των πανθήρων
φτερούγισμα του ρολογιού, πανέμορφε δρομέα
γέννηση, γάμε, θάνατε, γραφίδα των παπύρων.

17
Αερικά περιπολούν των Αχνατών οι στίχοι
δένουν με μάγια την αυγή του Νείλου τις λαφίνες
με σκαραβαίους φυλακτό σκάβουν, σαν τυμβωρύχοι
όσο μακριά είσαι εσύ τόσο κοντά είναι κείνες.

18
Πήρες στην πιο ψηλή κορφή τον άνεμο μαζί σου
έχτισες το παλάτι σου, ρίχνεις τους κεραυνούς σου
φυλακισμένη κι έρημη θρηνώ την βούληση σου.
και αναρωτιέμαι η δυστυχής, τι άλλο έχει ο νους σου;


ΜΕΡΟΣ δ (19-27)

19
Εσύ που πλάθεις τα παιδιά, μερώνεις να μην κλαίνε
δίσκε ζωής, αρχή ζωής, πες μου την θέληση σου
άνοιξε τους αιόλους σου, σβήσε να μη με καίνε
οι πύρινες κηλίδες σου. Δύσε και εξηγήσου.

20
Ω! Άκουσε τις προσευχές των δέντρων που ανθίζουν
λευκά κόκκινα πέταλα στο χώμα τιναγμένα
οι θρήνοι μου τα σκόρπισαν και βάραθρα γεμίζουν
της νιότης μου οδυνηρά βάσανα ματωμένα.

21
Τεχνίτες έβαψαν χρυσό και βάφτισαν τ’ αστέρια
σημαίες καρφωθήκανε πάνω και στο φεγγάρι
Παρ’ ένα τριαντάφυλλο και με τα δυο σου χέρια
φύτεψε το στα πλάτια του άλλος να μην το πάρει.

22
Άκου που βράζουν οι σεισμοί στα βάθη του πελάγους
και αστραπές και κεραυνοί πέφτουν και καταιγίδες
λεβάντες απ’ την έρημο φέρνει ανθρωποφάγους.
Τίποτα συ δεν άκουσες και τίποτα δεν είδες;

23
Πέπλα οδύνης , άχρωμες σκιές μ’έχουν δικάσει.
Του Προμηθέα τα όρνεα περνούν σαν περιστέρια.
Ο Πλάτωνας ένας τρελός, δικαίως θα πεινάσει.
Χωρίς την γη με μούντζωναν του Άτλα τα δυο χέρια.

24
Κάτω απ’ του σήμερα τ’ απαίσιο φουστάνι
ζει του πολέμου ο αχός και ο θάνατος εδρεύει
Μα, σαν αγριολούλουδα νεανικό μποστάνι
δικό σου άγιο φως, λεβέντικα γυρεύει.

25
Στις εκκλησιές περιπολούν με ράσα ματωμένα.
Του κόσμου τα πεντάγωνα οργή περιτοιχίζουν.
Υποκρισίας μάστορες, καπέλα διεφθαρμένα,
την τραγωδία της ζωής υμνούν και φαφλατίζουν.

26
Εδώ Βοριάς εκεί Νοτιάς! Που είναι ο Πάπας; Νάτος!
Κηρύσσει αγιότητα αγγελικού θανάτου.
Στις πεδιάδες του Χρυσού φουσκώνει ο χορτάτος
Στην πεινασμένη Αφρική λιάζονται τ’ αχαμνά του.

27
Σε οργανισμούς χωρίς φωνή πάλι συνεδριάζουν
κι όλο για δικαιώματα ανθρώπινα μιλάνε
στις εκκλησιές ευλαβικά τα όπλα μας αγιάζουν
Χριστέ μου με ευρωδόλαρα διαρκείας σε πουλάνε.

ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Το έργο αυτό έχει σύνολο 130 στίχους.
Σε άλλη σημείωση μου θα δημοσιευτεί η συνέχεια.

Από φεις μπουκ

Gianna Noti: 15 Φεβρουαρίου στις 1:46 π.μ. Reply
Οι αιώνιοι εχθροί

Ο σκύλος λέει της γάτας
«Τα νύχια σου ετοιμάζεις,
φυσάς και καμπουριάζεις.
Μα τι έχεις και θυμώνεις;
Ως πότε οι τσακωμοί;»
Κι εκείνη: «Μη ζυγώνεις,
σε σκίζω στη στιγμή!»

«Για στάσου», λέει ο σκύλος,
«δε θέλεις να είμαι φίλος;
Μιλώ στα σοβαρά»
κι εκούναε την ουρά.
«Τρωγόμαστε βδομάδες,
παίρνεις και δίνεις ξύλο.
Ας πάψουν οι καυγάδες
και δέξου με για φίλο.
Δε σκέφτηκες κομμάτι
πως απ’ την γκρίνια αυτή
θα μείνω μ’ ένα μάτι,
θα μείνεις μ’ ένα αυτί;»

Η γάτα με ησυχία
το πόδι κατεβάζει,
του σκύλου η ομιλία
σε συλλογή τη βάζει.
Λόγο τιμής εδώσαν•
ήταν εχθροί φιλιώσαν.
Ξεχάσαν τι είχε γίνει.
Συντρόφεψαν. Ειρήνη.

«Βλέπω καλά; Έχει χάζι!»
τ’ αφεντικό φωνάζει.
«Ποιοι να ’ν’ οι δυο εκεί κάτω
που τρων στο ίδιο πιάτο;»

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Από φεις μπουκ

Eulie Kougia: 12 Φεβρουαρίου στις 10:29 μ.μ. Reply
Δεν είναι αδύναμη η σάρκα
Αγάπη μου
Σάρκα είναι η δύναμη
Σάρκα είναι η βούληση
Τα κύτταρα διαβάζουν
Όλα τα σημεία
Πώς η γνώση
Για χάρη της ζωής
Εκδηλώνεται ύλη
____________________
Γιούλη Κουγιά, "η σάρκα"
http://aeglie.blogspot.com/2007/12/blog-post_05.html

Από φεις μπουκ

Νανά Τ.: 13 Φεβρουαρίου στις 5:55 μ.μ. Reply
Θα είμαι το πιο ευτυχισμένο πλάσμα
κάτω απ' τον ήλιο!
Θ' αγγίζω χιλιάδες λουλούδια
και δεν θα κόβω ούτε ένα.
Θα βλέπω τους λόφους και τα σύννεφα
με ήρεμη ματιά
τη χλόη να λυγίζει απ' τον άνεμο
και πάλι να ορθώνεται.
Κι όταν θ' αρχίζουν ν' ανάβουν τα φώτα
κάτω στην πόλη,
θα μαντεύω ποιο πρέπει να άναψε
στο δικό μου σπίτι
και τότε θα ξεκινώ κατηφορίζοντας.

της Edna St. Vincent Millay

(εικονογραφημένο, εδώ) :

http://gift-colours.blogspot.com/2009/11/64.html

Από φεις μπουκ

Konstantinos Giannopoulos: 14 Φεβρουαρίου στις 1:06 π.μ. Reply
Αγάπη

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Κώστας Καρυωτάκης



Η αγάπη του ποιητή

Μ’ απάντησες στο δρόμο σου, Ποιητή.
Ήμουν το πρωτολούλουδο του Απρίλη.
Η δίψα της αγάπης που ζητεί
σου φλόγιζε τη σκέψη και τα χείλη.

Ήμουν το πρωτολούλουδο. Κλειστή
τότε η πηγή των στοχασμών μου, εμίλει,
μόνο η καρδιά μου αθώα και λατρευτή,
όταν το πρώτο βλέμμα μού είχες στείλει.

Με τον καιρό, τον πόθο σου σ’ εμέ
να φανερώσεις σίμωσες. Ωιμέ,
ήμασταν μιας γενιάς παιδιά. Η καρδιά μας

αγάπαε με το πάθος που ζητά
να πάρει, το αισθανθήκαμε φρικτά
και πήραμεν αλλούθε τη ματιά μας.

Ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη

Συνεργάτες